ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Αποσπάσματα άπό τόν Λόγο περί όπτιμισμοϋ

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Αποσπάσματα άπό τόν Λόγο περί όπτιμισμοϋ



Αργά βαδίζει ο Χριστός
Αγιου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Παράρτημα Ι
Αποσπάσματα άπό τόν Λόγο περί όπτιμισμοϋ

Ο οπτιμισμός ένός άναπήρου αποτελεί τό   σημερινό μου θέμα. Τό θέμα μου είναι ένα αληθινό γεγονός. Υπάρχει κάποιος ανάπηρος, τρομακτικά άνάπηρος, πού όμως είναι μεγάλος όπτιμιστής. «Αύτό είναι παράδοξο», θά πείτε. Όχι,τό παράδοξο δέν υφίσταται. Έάν ή λογική κυριαρχεί άπό τό ένα έως τό άλλο άκρο τοϋ  σύμπαντος,  τύτε  δέν  υπάρχει  χώρος  γιά  τό  παράδοξο  .  Καί  όντως  δέν ύπάρχει. Τά παράδοξα είναι μόνον φαινομενικά τέτοια, άποτελοϋν ορατές συνέπειες μέ άόρατες αιτίες. Όταν οί αιτίες γίνονται ορατές, οφθαλμοφανείς, τότε οί συνέπειες παύουν νά είναι παράδοξες.

'Υπάρχει ένας άνάπηρος οπτιμιστής πού τόν είδα μέ τά μάτια μου. Είναι ένας στρατιώτης τοϋ προ ηγούμενου πολέμου. Τό έχθρικό βλήμα πέρασε μέσα άπό τό σώμα του πλάι στήν σπονδυλική στήλη. Οί γιατροί τοϋ είπαν πώς πολλά άπό τά νεύρα  άχρηστεύτηκαν,  πολλοί  γραμμικοί μύες  καταστράφηκαν  καθώς  καί  ή κινητική δύναμη τών ποδιών του. Ό άνάπηρος δέν αισθάνεται πιά ότι έχει τά πόδια του. Βάλτε θράκα ή πάγο στά πόδια του, τό ϊδιο κάνει, δέν πρόκειται νά αίσθαν θεϊ ούτε τό καυτό ούτε τό κρύο.



Μέ κάλεσε νά τόν έπισκεφθώ. Αισθανόμουν θλίψη άνακατωμένη μέ φόβο, όταν χτύπησα τήν πόρτα τού σπιτιού του. Μοϋ είχε γράψει γιά τή δύσκολη κατάστασή του καί είχα σχηματίσει τήν έντύπωση δτι πρόκειται γιά έναν μελαγχολικό κακόμοιρο. Μέ περίμενε ή μητέρα του, μέ χαμόγελο στά χείλη. Τί νά σημαίνει άραγε αύτό τό χαμόγελο;

Μπήκα στό μισοσκότεινο δωμάτιο. Σέ μιά μεγάλη πολυθρόνα πλάι στό παράθυρο καθόταν  ό  γνωστός  μου,  καθηλωμένος,  κατάκοιτος.  Στό  μαραμένο,  ώχρό πρόσωπο του έλαμπε ή χαρά. Όλο καί μοϋ φαινόταν ότι έβλεπα φωτοστέφανο γύρω άπό αύτό τό κεχριμπαρένιο πρόσωπο.

«Έγώ  κάθομαι  έδώ  άπό  τό  πρωί  έως  τό  βράδυ»,  άρχισε  ό  άνάπηρος,  «καί παρατηρώ τή ζωή άπό τό παράθυρο. Άπό τό πρωί ώς τό βράδυ καί κάποτε άπό τό πρωί ώς τό έπόμενο πρωί. Ή μητέρα μου έτοίμασε αύτό τύ μισοσκότεινο δωμάτιο, ώστε ή ζωή πού παρατηρώ στό δρόμο νά φαίνεται πιό καθαρή καί πιό φωτεινή. Όπως ξέρετε, όταν ό άνθρωπος κοιτάζει άπό τόν πάτο τοϋ πηγαδιού τόν ούρανό τό μεσημέρι βλέπει τ'άστρα. 'Έτσι καί έγώ κοιτάζω άπό τό μισοσκότεινο δωμάτιο τούς άνθρώπους καί μού φαίνονται σάν άστρα, λαμπερά, φωτεινά άστέρια πού φλέγονται καί περιφέρονται,άσταμάτητα φλέγονται καί περιφέρονται, τό ένα μέ τ' άλλο, τό ένα μαζί μέ τ' άλλο, τό ένα γύρω άπό τό άλλο. "Ωσπου καί ό 'ίδιος νά
συμμετέχω σ' αύτήν τή δίνη τής ζωής, άφού δέν γνώριζα δτι ή ζωή είναι τόσο ώραία καί τύσο γλυκιά. Άπό τότε πού έχασα τά πόδια μου, άπέκτησα μάτια. Ναί, βλέπω τήν ζωή άπό τότε πού κάθισα σ' αύτήν τή πολυθρόνα. Ή ζωή είναι τόσο ώραία,τόσο άρμονική!

Ή άσθένεια δέν είναι μεγάλο κακό, καί ό θάνατος δέν είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό κακό. Τά πόδια μου πλέον κρέμονται- δέν κρατοϋν αύτά έμένα άλλά έγώ αύτά. Άλλά ύπάρχει κάτι πού κρατά καί έμένα, όπως κρατώ έγώ τά παράλυτα πόδια μου, χωρίς τό όποιο θά ήμουν ολόκληρος παράλυτος. Αύτό είναι ή έσωτερική  μου,  ψυχική  αισιοδοξία.  Ή  ψυχή  μου  γιά  άρκετό  καιρό  ήταν παράλυτη. Ή οπτική της ήταν περισσότερο παράλυτη. Δέν μπορούσε νά δει τό όραμα όλης τής ομορφιάς καί τοϋ σκοπού αύτοϋ τοϋ κόσμου. Περιπλανιόταν στό σκοτάδι καί τής φαινόταν σκοτεινός ολόκληρος ό κόσμος. Ή μοναδική ένθερμη δραστηριότητά της ήταν ή ύπηρεσία τοϋ σώματος,ή σκλαβιά στό σώμα. Τό σώμα μου τραβούσε τήν ψυχή μου μαζί του όπως ό κυνηγός τό σκυλί άπό τό σχοινί- ή ψυχή μου άναπηδοόσε, χοροπηδοϋσε στή σκόνη καί στή λάσπη πίσω άπό τό σώμα, άνάλογα μέ τήν έπιθυμία τοϋ σώματος καί άνάλογα μέ τήν οσμή του. Όσο είχα ύγεία δέν τήν αισθανόμουν. Ειχα μάτια άλλά δέν έβλεπα. Οί άκτίνες τοϋ ήλιου μοϋ χαμογελούσαν καί έγώ τούς κατσούφιαζα. Τά άστέρια μέ κοιτούσαν άλλά έγώ τά μισούσα καί τά φοβόμουν. "Ημουν σάν τυφλοπόντικας πού κάποιος τόν πέταξε στό φώς καί στόν άέρα καί πού άμήχανος περιφέρεται άπό έδώ καί άπό έκεί καί τρέμοντας τρυπώνει στό χώμα γιά νά ξεφύγει άπό τόν ήλιο καί νά λουφάξει καί πάλι στό ύπόγειο σκοτάδι.

Εύχαριστώ τύν Θεό πού έγινε αύτύς ό πόλεμος. Καί εύχαριστώ τόν Θεό πού ό έχθρός μέ άφησε άνάπηρο μ' αύτόν τόν τρόπο. Αύτός ό έχθρός έγινε ό καλύτερος εύεργέτης μου. "Εχασα τά πόδια μου, άλλά κέρδισα τήν ψυχή μου. Πόσο σοφός είναι ό Θεός! Χρησιμοποιεί καί τό πιύ σκληρό μέσον άπέναντί μας γιά τό δικό μας μέγιστο καλό. Έδωσα μόνον τά πόδια γιά τήν ψυχή μου. Νά ξέρατε πόσο περισσότερο άξίζει ή ψυχή άπό τά πόδια!

Άπό τότε πού καθηλώθηκα σ αύτήν την πολυθρόνα καί παρατηρώ τόν κόσμο άπό τό παράθυρο .τακτοποίησα τίς σκέψεις καί τά αίσθήματά μου. Τό χάος γιά άρκετό καιρό κυριαρχούσε στό μυαλό μου καί στήν καρδιά μου. Γιά νά μπορέσει ό άνθρωπος νά δει τήν τάξη τής ζωής καί τοϋ κύσμου, πρέπει πρώτα νά βάλει τάξη μέσα του. Αύτή τήν τάξη μόλις έβαλα μέσα μου. Διασκόρπισα τό χάος καί άπέβαλα τό φόβο άπό μέσα μου. Κάποτε φοβόμουν άκόμα καί τό συνάχι-σήμερα στέκουν  δίπλα  μου,  ναί  δίπλα  μου,  δυό  παράλυτα  πόδια,πού  κάποτε  ήταν σύνθετο μέρος μου, καί πλέον δέν έχω κανένα φόβο. Μιά άνατροπή έγινε στήν
ψυχή μου. Τώρα πού έγινα άσχημος, ό κόσμος μοϋ φαίνεται ομορφότατος, καί όταν όλος ό κόσμος μέ λυπάται, άρχίζω νά λυπάμαι όλο τόν κόσμο».

Έτσι μοϋ μίλησε ό άνάπηρος μέ τά νεκρά πόδια, πού ή μοίρα καταδίκασε τόν οργανισμό του νά μείνει άκίνητος σάν φυτό μέχρι τόν θάνατο του. Ήταν ένας νέος είκοσι πέντε έτών, πού μπορεί νά ζήσει άκύμα είκοσι πέντε χρόνια. Καί τό νά ζήσει άκόμα είκοσι πέντε χρόνια γιά αύτόν σημαίνει νά κάτσει δυόμισι δεκαετίες άκίνητος στήν πολυθρόνα πλάι στό παράθυρο μπροστά στόν κινηματογράφο τής ζωής. Πόσοι άπό σάς σ' αύτό θά έλεγαν: «Θά σκοτωνύμουν, άν ήμουν σ' αύτήν τήν κατάσταση»; Σίγουρα πολλοί.

Ό αριθμός τών αυτοκτονιών γίνεται άπό μέρα σέ μέρα μεγαλύτερος γιά πολύ πιό άσήμαντους λόγους άπό τό νά έχει κανείς νεκρά καί τά δυό του πόδια. Ή σκέψη περί αύτοκτονίας σήμερα βρίσκει όλο καί περισσότερο χώρο στό μυαλό όλων. Ένα γυμνασιόπαιδο αύτοκτόνησε λόγω τοϋ χαμηλού βαθμού, μιά κοπέλα άπό μελαγχολία, ένας γέρος λόγω άσθενείας. Τά τελευταία χρόνια ζήσαμε μερικές αύτοκτονίες γιατρών, καθηγητών, διευθυντών, κρατικών συμβούλων, άκόμα καί έπισκόπων. Ή  αυτοκτονία έγινε ένα τόσο  συνηθισμένο φαινόμενο  στίς μέρες μας,πού κάποια μέρα έτυχε νά άκούσω τόν έξης διάλογο:

«Τά 'μαθές; έφυγε άπό τή ζωή ό Ν.».

« Σοβαρά; Πέθανε ή αύτοκτόνησε;»

Ή διαπαιδαγώγηση παίζει τόν κύριο ρόλο έδώ. Ό άνθρωπος μπορεί νά διαπαιδαγωγηθεί ή γιά νά είναι αισιόδοξος ή γιά τήν αύτοκτονία. Ή γενιά μας είναι περισσότερο διαπαιδαγωγημένη γιά τό δεύτερο.

Πρώτα οί γονείς άρχίζουν νά έτοιμάζουν τούς αύτύχειρες. «Αύτός ό κόσμος είναι κακός»,ψιθυρίζει ή μάνα κάθε πρωί στ' αύτί τοϋ γιοϋ της. «Οί άνθρωποι,γιέ μου, είναι άτομιστές, μοχθηροί και ψεύτες. Νά άποφεύγεις, γιέ μου, τούς άνθρώπους. Νά κοιτάς μόνον τόν έαυτό σου».

Μετά τή μητέρα, ό πατέρας λέει στό γιό: «Πόσο άπαίσιος είναι ό καιρός έξω! Πόσο άσχημη είναι άγρια ή φύση! Πόσο άπεχθή είναι τά έργα τών άνθρώπων! Πόσο βαρετός είναι ό ήλιος! Πόσο μίζερη είναι ή ζωή!»

Καί ό πατέρας καί ή μητέρα έπαναλαμβάνουν διαρκώς στό γιό τους τά τρελά λόγια ένός άπελπισμένου ποιητή:

«Δέν υπάρχει στόν κόσμο, αδελφέ, άγάπη». Δέν ύπάρχει φοβερότερη καταδίκη γιά τόν κόσμο άπό αύτήν. Ό κόσμος δημιουργήθηκε άπό άγάπη, ό κόσμος
έπιβιώνει  λόγω  τής  άγάπης.  Τό  νά  λές  ότι  δέν  ύπάρχει  στόν  κόσμο  άγάπη άποτελεί τή φοβερότατη καί ψευδέστατη καταδίκη τοϋ κόσμου.

Οί άνθρωποι μέ τίποτα δέν μπορούν νά συνηθίσουν νά παρατηρούν τά πάντα ύπό τήν οπτική γωνία τής αιωνιότητας. Όμως, όλα όσα αύτός ό κόσμος παράγει τά παράγει γιά τήν αιωνιότητα. Ή άγάπη καί ή φιλία μας είναι μη πεπερασμένη, όπως καί ό κόσμος καί άκόμα πιό άξεπέραστη άπ' τόν κόσμο. Μάς ξεγελούν τά μάτια μας περί τής παροδικότητας τών πάντων, όπως μάς ξεγελούν τά μάτια μας γιά τήν κίνηση τοϋ ήλιου. Υπάρχει ένα νοητό περιβάλλον μέσα στό οποίο όλα ζουν καί κινούνται. Τό ίδιο είναι άκίνητο. Όλα όσα κινούνται σ' αύτό τό περιβάλλον, άφήνουν πάνω του άποτυπώματα πού δέν μπορούν νά σβηστούν. Αύτό τύ άποτύπωμα αποτελεί τήν πλήρη, άδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Όλα όσα κάποτε έζησαν στή γή ζοϋν καί σήμερα σ' αύτό τό νοητό πνευματικό περιβάλλον, καί όλα όσα ζούν σήμερα, θά ζήσουν αιώνια,πάλι σ' αύτύ τό περιβάλλον. Ή άγάπη καί ή φιλία μας δέν καθαιρούνται μέ τό θάνατο, άλλά προεκτείνονται σέ μία μακράν καθαρότερη καί άνώτερη καί ισχυρότερη μορφή στόν άλλο κόσμο. Ανάμεσα σ' έκείνο τόν κόσμο καί σ' αύτύν τόν κόσμο τά όρια τά φτιάχνει μόνο ή δική μας μυωπία. Δέν βλέπουμε τήν προέκταση αύτής τής ζωής μετά τόν θάνατο καί γι' αύτό ό θάνατος μάς φαίνεται σάν ψαλίδι πού κύβει όλα τά νήματα καί τίς σχέσεις άνάμεσα στούς νεκρούς καί τούς ζωντανούς, καί τό όποιο καί άπό μάς κάθε μέρα άποκόβει άπό ένα μέρος, δταν μάς χωρίζει άπό τήν  άγάπη  μας,τή  φιλία μας  καί  τή  χαρά  μας.  Έμεϊς  δέν  βλέπούμε,  όμως μπορούμε νά δούμε. Μπορούμε νά δούμε μέ τό πνεύμα μας τό τώρα γιά τώρα, άλλά θά έρθει καιρός, σύντομα θά έρθει, όταν καί τά φυσικά μας μάτια θά βλέπουν καί τόν πνευματικό κόσμο.

Ή άξία τών αισθημάτων είναι αιώνια,όπως καί ή άξία τών σκέψεων. Κατά τόν 'ίδιο τρόπο  είναι αιώνια  καί  ή  άξία  τών  άνθρώπινων  έργων.  Ούτε  r  να  έργο  τών άνθρώπων δέν πήγε χαμένο, όχι μόνο τό έργο τού Παύλου καί τοϋ Καρύλου, άλλά άκόμα καί τό έργο οποιουδήποτε ράφτη ή οικοδόμου άπό τά περίχωρα τοϋ Βελιγραδίου ή τοϋ Παρισιού ή τού Λονδίνου. Κάθε ράφτης πιστεύει ότι δουλεύει άποκλειστικά γιά τόν έαυτό του! Αύτό σκέπτεται καί αύτύ αισθάνεται. Κατ' άρχήν κάθε ράφτης κάνει μία γενικά χρήσιμη έργασία καί ώς εκ τούτου μιά έργασία χρήσιμη γιά τόν'ίδιο προσωπικά. Άπό τήν έργασία του ντύνουν τύ σώμα τους τόσοι καί τόσοι άνθρωποι.

Ένας οικοδόμος χτίζει σπίτι,στό όποιο κάποιοι άλλοι άνθρωποι θά ζήσουν καί θά έργαστοϋν, θά γεννήσουν καί θά πεθάνουν. Ό ίδιος τό χτίζει μέ τήν σκέψη δτι είναι χρήσιμο μόνον σέ αύτόν.
Ένας μυλωνάς άλέθει σιτάρι μέ έπιδίωξη τό καλό τού έαυτοϋ του. Έν τω μεταξύ έκατοντάδες στόματα θά τραφούν μέ τό ψωμί τό όποιο θα παρασκευαστεί.

Ένας φτωχός φτιάχνει φλογέρες, μέ τίς όποιες κάποιος άλλος θά παίξει καί κάποιος τρίτος στό γάμο καί στή γιορτή θά διασκεδάσει ή στή λύπη καί στήν ένδεια θά παρηγορηθεί.

Μιά  ύφάντρα ύφαίνει  χαλί  γιά  νά  βγάλει  χρήματα.  Τό  χαλί  αύτό  στό  σπίτι κάποιου πλούσιου θά εύχαριστήσει τά μάτια πολλών έπισκεπτών.

Όλοι  μας  είμαστε  ύφαντές  τής  ιστορίας,άδελφοί  μου,  είμαστε  ύφαντές  τής ιστορίας καί ύφασμα ένύς άνώτερου ύφαντή. Όλες οί ήμέρες οί όποιες άποτελούν τύ παρελθόν άπό μόνες τους δέν θά σήμαιναν τίποτα, χωρίς τό ύφασμα στό όποιο ύφάνθηκαν. Ό χρόνος καθαυτόν δέν σημαίνει τίποτα χωρίς τήν ύφανση τοϋ κόσμου, μέ τήν όποία γεμίζει ώς πρός τό περιεχόμενο του. Καί μαζί μέ αύτά στήν ύφανση τοϋ χρόνου βρισκόμαστε έμείς. Όλόκληρη τή ζωή μας ύφαίνουμε καί ύφαινύμαστε. Το μέχρι τώρα παρελθόν μας είναι ή μέχρι τώρα υφανσή μας. Κάθε μας έργο μέχρι τώρα, κάθε μας λέξη καί κάθε αϊσθημά μας είναι ύφασμένο στύ μεγάλο ύφαντό του παρελθόντος. Καμιά κίνηση τοϋ σώματος μας δέν πάει χαμένη,  ούτε  μία  σκέψη.  Κάθε  ήρωισμός  καί  κάθε  μικροπρέπεια  δένονται σφιχτά στό ύφαντό τοϋ παρελθόντος. Οί χαρές καί οί άσθένειες,τά πάθη μας καί οί άπογοητεύσεις μας, οί πλάνες καί οί αύτα-πάτες, τά δάκρυα καί τά χαμόγελα, οί φιλοδοξίες καί οί'ίντριγκες - όλα, άπολύτως όλα ύπάρχουν στό παρελθόν, ύφασμένα τό ένα μέ τό άλλο. Σ' αύτό τό τεράστιο ύφαντό τοϋ παρελθόντος δέν ύπάρχει  μόνο  ή  ιστορία  τών  άνθρώπων  άλλά  καί  ή  ιστορία  ολόκληρου  τοϋ κόσμου, άπό τόν ήλιο μέχρι τό άτομο.

Σκέψου,   φίλε   μου,   τί   ΰφανες   σ'   αύτό   τό   μεγάλο   ύφαντό   τού   Θεού; Επαναλαμβάνω: Όλα σου τά λόγια, τά έργα καί οί σκέψεις φυλάσσονται στό πιό σίγουρο θησαυροφυλάκιο. "Υφανες άμαρτία; Αμαρτία θά φυλαχθεΐ. Έπραξες άγαθά έργα; Θά ι ίναι χαραγμένα στήν ιστορία πιό άνεξίτηλα άπό τό νά τά σκάλιζες σέ μάρμαρο. Είπες ψέματα καί συκοφαντούσες; Τό παρελθόν τό φυλά τό 'ίδιο προσεκτικά όπως τή μάχη στό Άούστερλιτς.

Εκλεψες χρήματα ή άγάπη, σκέφτηκες νά σκοτώσεις ή νά μοιχεύσεις; Αύτό είναι τόσο σαφές στό παρελθόν όσο σαφής είναι ή σημερινή σου παρουσία σ' αύτό τό ναό. "Ισως νά τό ξέχασαν αύτό οί άνθρωποι,'ίσως νά τό ξέχασες καί σύ ό ίδιος. Όλοι μας ξεχνάμε μεγάλο μέρος τής ζωής μας, άλλά μή βασίζεσαι καθόλου στή δική  μας  λήθη:  δέν  είμαστε  φτιαγμένοι  γιά  φύλακες  τής  ιστορίας  άλλά γιά ύφαντές της. Τό παρελθόν το φυλά Εκείνος πού δέν γίνεται νά ξεχάσει τίποτα. Τό παρελθόν είναι υπό τήν έποπτεία τού κορυφαίου Υφαντή. ό όποιος μέ ζήλο
γρηγορεί πάνω άπό κάθε κλωστή τού ύφαντού Του. Έσύ, φίλε, ίσως έπιθυμούσες κάποιες κλωστές άπό τό παρελθόν σου νά τίς ξηλώσεις καί νά τίς καταστρέψεις. Μάταιη έπιθυμία. Τίποτα άπό όσα έγιναν δέν μπορεί νά ξηλωθεί ή νά καταστραφεί. Μετανιώνεις γιά κάποια άμαρτία τού παρελθόντος; Καλό είναι νά μετανοείς, άλλά δέν είναι σωστό νά σκέπτεσαι ότι μετανοώντας στό παρόν θά φέρεις στόν ορθό δρόμο κάποιο άμάρτημα τού παρελθόντος. Τό άμάρτημα παραμένει στή θέση του, ένώ ή μετάνοια στή δική της. Ή μετάνοια έχει όφελος γιά τό μέλλον καί όχι γιά τό παρελθόν. Η μετάνοια δέν άποτελεϊ γόμα γιά τό παρελθόν  (τέτοια  γόμα  δέν  ύπάρχει),  ή  μετάνοια  είναι  άνα  καίνιση  τής συνείδησης γιά τύ μέλλον. "Η μήπως θά έπιθυμούσες, φίλε μου, νά άνυψώσεις τά έργα σου καί νά μειώσεις τά έργα τοϋ πλησίον σου; Πίστεψέ με: ή έπιθυμία σου είναι ούτοπική, τά έργα τοϋ καθενύς μας βρίσκονται στό κερδισμέ νο ϋψος τοϋ ίστοϋ τοϋ ύφαντού τής ιστορίας, ούτε εκατοστό πιό ψηλά άπό ό,τι είναι ούτε έκατοστυ πιό κάτω. Άπό τό παρελθόν ούτε τίποτα σβήνε ται ούτε τίποτα διορθώνεται: ή ιστορία είναι το Μοναδικό βιβλίο τό οποίο γράφεται χωρίς διορθώσεις.

Οί χριστιανοί μάρτυρες καίγονταν στήν πυρά καί φώναζαν: Έμεΐς παρ' όλα αύτά πιστεύουμε ! Κατασπαράζονταν άπύ τά θηρία καί ψιθύρισαν: Έμεΐς παρ' όλα αύτά έλπίζουμε! Καρφωμένοι στούς σταυρούς στέναζαν: Έμεΐς παρ' όλα αύτά αγαπάμε! Τούς κατεδίωξαν καί κακοί καί καλοί αύτοκράτορες: καί οί Νέρωνες καί οί Τραϊανοί, στήν Ασία καί στήν Αφρική, στά Βαλκάνια καί στή Βρετανία- τούς περιφρόνησαν σάν νά ήταν μιάσματα, τούς άπομάκρυναν σάν άχρηστες πέτρες, τούς τίναξαν σάν σκόνη άπό τά πόδια ι ους. Οί μορφωμένοι δέν ήθελαν νά τούς καταλάβουν, οί ισχυροί δέν ήθελαν νά τούς ακούσουν, οί πλούσιοι δέν ήθελαν νά τούς προστατεύσουν.ολόκληρος ό κόσμος ήταν κουφός άπέναντι στίς ικεσίες τους,τά άγρια θηρία είχαν περισσότερους φίλους άπό ό,τι αύτοί,οί νεκροί στούς τάφους δέν ίήλευαν τή ζωή τους. Παρ' όλα αύτά όμως έκείνοι οσο ή γή περιστρεφόταν στόν άέρα κοιτάζοντας τόν ήλιο καί κουβαλώντας μέσα της τά σκουλήκια, σήκωναν τό βλέμμα τους στόν ήλιο κι έλεγαν: «Έμεΐς παρ' όλα αύτά άγαπάμε,  έλπίζουμε  καί  πιστεύουμε.  Άγαπάμε  αύτή  τή  μαρτυρική  ζωή  καί
έλπίζουμε στήν καλύτερη, καί πιστεύουμε στό μοναδικό Παντοδύναμο, πού είναι
πιο ψηλά άπό τόν ήλιο καί πού μετρά όλους τούς πόνους μας καί όλες τίς άδικίες τών βασανιστών μας». Αύτή τήν πεταμένη πέτρα,πού μέ τό πόδι άπομάκρυναν οί οικοδόμοι τής τότε κοινωνικής ζωής, παρέλαβε ό θεϊκός Οικοδόμος τής οικουμένης γιά θεμέλιο τής Εκκλησίας Του, αύτό τό πιό μεγάλο οικοδόμημα τού όπτιμισμού πού χτίστηκε ποτέ στή γή.
Νά είμαστε αισιόδοξοι όταν πάσχουμε,γιατί τίποτα άπ' όσα παθαίνουμε δέν είναι χωρίς στόχο καί χωρίς νόημα. Κάθε πάθημα άπο-τελεΐ βασικό γεγονός έν γένει στή  ζωή  τής  άνθρω-πύτητας.  Είναι  σάν  ένα  εισιτήριο   πού  πληρώνουμε μπαίνοντας σέ αύτό τό παγκόσμιο θέατρο, τό όποιο ό Θεός φώτισε μέ πολλούς ήλιους καί τό στόλισε μέ πολλά θαυμαστά σενάρια. Έμένα τρεις φορές τά παθήματά μου μέ έφθασαν κοντά στό θάνατο. Καί μπορώ νά σάς μαρτυρήσω ότι δέν ήταν άνυπόφορα ούτε φοβερά. Τά ένθυμοϋμαι εύχάριστα, γιατί αύτά είναι πού έκαναν τή ζωή μου σήμερα ομορφότερη καί τήν ψυχή μου πληρέστερη καί δυνατότερη.

Νά είμαστε αισιόδοξοι δταν χάνουμε όπως καί όταν κερδίζουμε, δταν γερνάμε όπως καί δταν είμαστε νέοι. Κάθε ήλικία έχει τό μεγαλείο της καί τήν ιδιαίτερη ομορφιά της. Καί ή ψυχή μίας όγδο-ντάχρονης σκιρτά μπροστά στή χαρά καί τή
λύπη μέ τύν'ίδιο τρόπο πού τύ κάνει καί ή ψυχή ένός νέου καί ορμητικού πλάσματος. Νά είμαστε αίσιύδοξοι σάν χριστιανοί,γιατί στήν πίστη μας έβρισκαν τίς παρηγοριές οί πιύ άπελπισμένοι,τίς έμπνεύσεις οί μεγαλύτεροι καλλιτέχνες τού διαφωτισμού, οί μεγαλύτεροι καί καλύτεροι άνθρωποι τών τελευταίων δεκαεννέα αιώνων.

Νά  είμαστε  αίσιύδοξοι,  έάν  δέν  θέλουμε  νά  γίνουμε  άνάπηροι  στήν  ψυχή, δηλαδή πολύ περισσότερο βαριά άνάπηροι άπό έκείνον τόν άνάπηρο οπτιμιστή, ό  όποιος  κάθεται  χωρίς  πόδια  στήν  πολυθρόνα  πλάι  στό  παράθυρο  καί παρατηρεί τή ζωή.

Νά είμαστε οπτιμιστές στή σκέψη, γιατί μόνο ή όπτιμιστική σκέψη φτάνει ώς τόν
Θεό.

Νά είμαστε οπτιμιστές στά αισθήματα,γιατί ό όπτιμισμός είναι φάρμακο γιά τή θλίψη καί πηγή πραγματικής καί αιώνιας χαράς.

Νά είμαστε οπτιμιστές στά έργα μας, γιατί τά έργα μας ύφαίνονται στόν ιστό τοϋ
Θεοϋ, καί παραμένουν αιώνια όπως τά έργα τοϋ Θεοϋ.

Νά είμαστε οπτιμιστές, άφοϋ ή ζωή είναι όπτιμισμός καί έμείς οί άνθρωποι είμαστε οί καλύτεροι στυλοβάτες καί οί ομορφότεροι έκφραστές τής ζωής.

Νά είσαι οπτιμιστής σημαίνει νά ζείς καί δικαίως νά έκτιμάς τή ζωή.

Πρώτη εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Αργά βαδίζει ο Χριστός
Αγιου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Η  επεξεργασία, επιμέλεια  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο:
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |